Οσοι γονείς πληρώνουν για τη φύλαξη αίματος του παιδιού τους σε ιδιωτικές τράπεζες ίσως να μην το χρησιμοποιήσουν ποτέ.
Tου Μιχαλη Πιτσιλιδη – Καθημερινή, 27/5/2007

Χιλιάδες γονείς κάθε χρόνο πληρώνουν τις ιδιωτικές τράπεζες βλαστοκυττάρων προκειμένου να εξασφαλίσουν την υγεία των παιδιών τους, αν κάποιο σοβαρό νόσημα εμφανιστεί στο μέλλον. Δεν γνωρίζουν, όμως, ότι τα βλαστοκύτταρα αυτά ιατρικώς αποκλείεται να χρησιμοποιηθούν στο παιδί τους, ότι σε ποσοστό έως 70% το αίμα που συλλέγεται πρέπει να απορριφθεί και ότι, στην πράξη, η προσφυγή σε ιδιωτικές τράπεζες μειώνει σημαντικά τις πιθανότητες να βρεθούν κατάλληλα βλαστοκύτταρα από άλλα παιδιά, αν κάποτε τα χρειαστούν για το δικό τους.

Τα τελευταία χρόνια μια νέα επιχειρηματική δράση αναπτύσσεται ραγδαία στην Ελλάδα. Πρόκειται για τις ιδιωτικές τράπεζες βλαστοκυττάρων, όπως είναι γνωστές στο ευρύ κοινό. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χώρα μας διαθέτει ήδη το 20% των ιδιωτικών τραπεζών που λειτουργούν παγκοσμίως! Σε συνεργασία αποκλειστικά με ιδιωτικά μαιευτήρια, οι τράπεζες αυτές προωθούν στους εξαιρετικά ευάλωτους γονείς την ιδέα να διαφυλάξουν βλαστοκύτταρα (ο σωστός όρος είναι στελεχιαία κύτταρα ή αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα – δεν πρόκειται για βλαστοκύτταρα) συλλέγοντας αίμα από τον ομφάλιο λώρο κατά τον τοκετό, με σκοπό να αντιμετωπιστούν αύριο σοβαρά προβλήματα υγείας των παιδιών τους, όπως π.χ. η λευχαιμία. Για τη διαδικασία λήψης, επεξεργασίας και φύλαξης, οι γονείς πληρώνουν περισσότερα από 2.000 ευρώ. Τα μισά περίπου αποτελούν αμοιβές μεσαζόντων.

Στην πραγματικότητα, όμως, από ιατρική άποψη αποκλείεται εντελώς η χρήση αυτών των κυττάρων για τα παιδιά στα οποία «ανήκουν», σε κάθε περίπτωση κακοήθους αιματολογικής νόσου, όπως η λευχαιμία! Η αυτόλογη, όπως λέγεται, μεταμόσχευση είναι άχρηστη επειδή και τα κύτταρα που έχουν φυλαχθεί θα εξελιχθούν αργότερα σε λευχαιμικά. Επομένως το άρρωστο παιδί δεν θα ωφεληθεί ποτέ από τα δικά του κύτταρα που φυλάσσονται(;) κάπου κατεψυγμένα. Θα χρειαστεί, προκειμένου να θεραπευτεί, κύτταρα από άλλο παιδί. Πώς και πού θα βρεθούν αυτά;

Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να εντοπιστούν συμβατά κύτταρα. Ωστόσο, οι ιδιωτικές τράπεζες δεν ασχολούνται με την ιστοσυμβατότητα των κυττάρων που φυλάσσουν. Με τον τρόπο αυτό δεν συμμετέχουν στην παγκόσμια δεξαμενή μοσχευμάτων και μειώνουν τις πιθανότητες εύρεσης του κατάλληλου μοσχεύματος για όλους! Δεν βοηθούν, δηλαδή, κανένα παιδί – ούτε καν αυτό για το οποίο πλήρωσαν οι γονείς. Οπως μας διαβεβαίωσε ο ειδικός συνεργάτης της τράπεζας βλαστοκυττάρων του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, κ. Ανδρέας Παπασάββας, καμία ιδιωτική τράπεζα δεν συμμετέχει στο διεθνές δίκτυο αναζήτησης netcord. Τελικά, στην πράξη, αυτό που κάνουν οι ιδιωτικές τράπεζες είναι να βλάπτουν τη δημόσια υγεία, καθώς αποσύρουν τα κύτταρα που συλλέγουν από την παγκόσμια δεξαμενή μοσχευμάτων, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται το έργο της ανεύρεσης. Οταν οι γονείς ανακαλύψουν ότι ναι μεν πλήρωσαν τις 2.000 ευρώ, αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το αίμα του παιδιού τους για τη θεραπεία της λευχαιμίας του, θα είναι πολύ αργά…

Παράλληλα, από τα ΜΜΕ γίνεται μια συστηματική προβολή τού θέματος, στην οποία εμπλέκονται δυστυχώς και γιατροί «διεθνούς κύρους». Στο πλαίσιο αυτό, έως και καρδιές παραγόμενες από βλαστοκύτταρα βρίσκονται προ των πυλών (της φαντασίας!) οπότε η ψυχολογική πίεση προς τους γονείς διαρκώς αυξάνεται.

Από ηθικής, τέλος, απόψεως, η λογική των ιδιωτικών τραπεζών βλαστοκυττάρων εισάγει τους νόμους της αγοράς στο χώρο μοναδικών βιολογικών προϊόντων, καταργώντας την αρχή της αλληλεγγύης, όπως ισχύει, άλλωστε, στην αιμοδοσία ή τις μεταμοσχεύσεις οργάνων. Κανείς δεν δίνει αίμα με στόχο να φυλαχθεί για τον εαυτό του. Καλύπτει ανάγκες άλλων, οι οποίοι θα καλύψουν τις δικές του αν χρειαστεί.

Οι ευθύνες του υπουργείου Υγείας

Ασφαλείς δημοσιογραφικές πληροφορίες φέρουν το υπουργείο Υγείας εμπλεκόμενο σε μια διαδικασία με τελικό σκοπό την κάλυψη των εξόδων διατήρησης βλαστοκυττάρων από τα ασφαλιστικά Ταμεία. Η δαπάνη θα ξεπεράσει τα 100 εκατ. ευρώ το χρόνο. Κάτι τέτοιο, αν συμβεί, θα είναι παγκόσμια πρωτοτυπία, καθώς οι περισσότερες χώρες κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Στη Γαλλία είναι απαγορευμένη η λειτουργία ιδιωτικών τραπεζών, ενώ αυστηρή σχετική ρύθμιση εισάγεται στην ισπανική νομοθεσία. Ακολουθούν και άλλες χώρες, ενώ, αντίθετα, ανεξέλεγκτη είναι η κατάσταση στην Ελλάδα, την Κύπρο αλλά και την Αγγλία, συχνά μέσω πολλών τραπεζών – επιχειρήσεων πίσω από τις οποίες ανακαλύπτει κανείς τους ίδιους ιδιοκτήτες.

Αρκούν 5.000 συλλογές

«Στην πράξη, η Ελλάδα χρειάζεται περίπου 5.000 συλλογές (και όχι 100.000 το χρόνο!) στις ήδη λειτουργούσες δημόσιες τράπεζες, ώστε να καλύψει τις ανάγκες όλου του πληθυσμού. Στατιστικά, δηλαδή, με τον αριθμό αυτό καλύπτεται κάθε ιστολογικός τύπος», εξηγεί ο κ. Α. Παπασάββας. Αν, λοιπόν, το υπουργείο Υγείας χρηματοδοτήσει 3-4 δημόσιες τράπεζες με το ένα δέκατο των χρημάτων που σχεδιάζει να δωρίσει στις ιδιωτικές, μέσω των ασφαλιστικών Ταμείων, η Ελλάδα θα είναι διεθνώς πρωτοπόρος και κάθε παιδί θα βρίσκει το μόσχευμα που του χρειάζεται, στη δύσκολη ώρα. Αντ’ αυτού, οργανωμένα συμφέροντα προσπαθούν να στραγγαλίσουν τη δημόσια τράπεζα.

Τι θα έπρεπε να κάνει το υπουργείο Υγείας; Να δημιουργήσει και άλλες δημόσιες τράπεζες, να απαγορεύσει τη λειτουργία των ιδιωτικών και να υποχρεώσει τα ιδιωτικά μαιευτήρια να συνεργάζονται με αυτές, σύμφωνα με τις διεθνείς προδιαγραφές, εφόσον και οι γονείς το επιθυμούν, αμειβόμενα (αν πρέπει…) μόνο για τη διαδικασία λήψης του αίματος με ένα συμβολικό ποσόν το οποίο, βεβαίως, θα πρέπει να καλύπτουν τα ασφαλιστικά Ταμεία.

Είναι ακατάλληλα για τη λευχαιμία (Στέλιος Γραφάκος, παιδίατρος-αιματολόγος, διευθυντής της Μονάδας Μεταμόσχευσης Μυελού των Οστών στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία»)

— Αν ένα παιδί πάσχει από λευχαιμία ή άλλη κακοήθη νόσο του αίματος η οποία απαιτεί μεταμόσχευση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη θεραπεία του τα λεγόμενα «βλαστοκύτταρα»;

— Ασφαλώς όχι. Η αυτόλογη μεταμόσχευση δεν έχει έννοια σε αυτές τις περιπτώσεις. Ψάχνουμε πάντα για συμβατό μόσχευμα από άλλο παιδί, υγιές, πιθανώς αδελφάκι. Εμείς έχουμε κάνει 19 μεταμοσχεύσεις στη μονάδα μας, χρησιμοποιώντας τις 9 φορές μόσχευμα από άλλα παιδιά που έχουμε βρει σε δημόσιες τράπεζες «βλαστοκυττάρων» –όπως είναι γνωστές– σε Αμερική, Ισπανία ή Ιταλία. Για τις υπόλοιπες 10 χρησιμοποιήσαμε συμβατό μόσχευμα από αδελφό ή αδελφή.

— Η συντριπτική πλειονότητα των γονέων, όμως, προτιμούν τις ιδιωτικές τράπεζες. Τι αποτέλεσμα έχει αυτή η πρακτική;

— Στην πραγματικότητα τα «βλαστοκύτταρα» αυτά δεν μπορούν, όπως έχουν τα πράγματα, να χρησιμοποιηθούν για κανέναν. Εμείς δεν γνωρίζουμε την ιστοσυμβατότητά τους, επειδή οι ιδιωτικές τράπεζες δεν ασχολούνται με αυτό κι έτσι δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Τόσο η Αιματολογική Εταιρεία όσο και εγώ είμαστε εντελώς αντίθετοι με τις ιδιωτικές τράπεζες κι έχουμε κατ’ επανάληψη εκφράσει τις απόψεις μας στο υπουργείο Υγείας, χωρίς αποτέλεσμα. Πρόσφατα, απαγορεύτηκε και στην Ιταλία η λειτουργία τους. Η διεθνής τάση είναι υπέρ της κατάργησης των ιδιωτικών τραπεζών όπως λειτουργούν σήμερα. Πρέπει να αποκατασταθεί η κοινωνική αλληλεγγύη κι αυτό σημαίνει ότι τα «βλαστοκύτταρα» πρέπει να φυλάσσονται χωρίς κόστος για τον δότη και να είναι διαθέσιμα σε αυτόν που τα χρειάζεται με απόλυτη προτεραιότητα. Αν τα «κρύβουμε» είναι μη χρησιμοποιήσιμα και δεν έχουμε τέτοια πολυτέλεια για πολύτιμα μοσχεύματα.

— Λέγεται ότι μπορούμε, στο μέλλον από βλαστοκύτταρα να φτιάξουμε ιστούς ή όργανα π.χ. καρδιές. Αυτός δεν είναι αρκετός λόγος για να δοθούν προς φύλαξη βλαστοκύτταρα;

— Πρόκειται για παραπληροφόρηση. Τα λεγόμενα βλαστοκύτταρα – δεν πρόκειται για βλαστοκύτταρα, αλλά για στελεχιαία ή αρχέγονα κύτταρα– δεν είναι κατάλληλα για τέτοιους σκοπούς. Εκεί μπορούν να χρησιμοποιηθούν κύτταρα από τον μυελό των οστών του κάθε ασθενούς και, επομένως, δεν έχουμε ανάγκη το αίμα του ομφάλιου λώρου και τα κύτταρα που περιέχει. Ηδη σε συνεργασία με το Ωνάσειο χρησιμοποιούμε τέτοιες τεχνικές σε εμφραγματίες και δεν είναι κάτι άγνωστο στην Ελλάδα. Δεν έχει, όμως, καμία σχέση με τα «βλαστοκύτταρα»!

— Σύμφωνα με πληροφορίες, το υπ. Υγείας σκέπτεται να καλύψει τις δαπάνες φύλαξης βλαστοκυττάρων, μέσω των ασφαλιστικών Ταμείων. Τι γνώμη έχετε;

— Θεωρώ αδιανόητο κάτι τέτοιο. Προτιμώ να μην το σχολιάσω.

«Εκτός» του διεθνούς δικτύου μοσχευμάτων (Ανδρέας Παπασάββας, υπεύθυνος του Εργαστηρίου Ελληνικής Τράπεζας Ομφαλοπλακουντιακού Αίματος)

— Συμμετέχουν οι ιδιωτικές τράπεζες «βλαστοκυττάρων» στο διεθνές δίκτυο αυτών των μοσχευμάτων;

— Οχι, γιατί δεν έχουν αντιγόνα ιστοσυμβατότητας κι έτσι δεν έχει νόημα η συμμετοχή τους. Αυτό εύκολα διαπιστώνεται από το netcord στο inventory του οποίου δεν υπάρχει καμία ιδιωτική τράπεζα.

— Ποιες τράπεζες συμμετέχουν στο netcord από την Ελλάδα;

— Μα υπάρχει μόνο μια δημόσια τράπεζα, η δική μας, στο Ιδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, η οποία φυσικά συμμετέχει και συνεργάζεται on line. Εμείς έχουμε προς το παρόν περίπου 500 μονάδες αίματος κι αν μπορέσουμε να τις κάνουμε 5.000 θα καλύπτουμε πρακτικά τις ανάγκες όλων των Ελλήνων. Φυσικά ακόμα περισσότερες είναι καλύτερα.

— Αν οι γονείς επιθυμούν να δώσουν στη δική σας, τη δημόσια τράπεζα, το αίμα, τι πρέπει να κάνουν;

— Δυστυχώς μέχρι στιγμής μπορούμε να πάρουμε το αίμα μόνο από το «Ελενα» και το Αττικό νοσοκομείο. Με τα ιδιωτικά μαιευτήρια δεν υπάρχει σχετική σύμβαση, ούτε είναι εύκολο να υπάρξει, αφού σ’ εμάς η όλη διαδικασία γίνεται απολύτως δωρεάν. Εξάλλου, χρειάζεται εξειδικευμένο προσωπικό για τη λήψη του αίματος, εκπαιδευμένο και πιστοποιημένο από την τράπεζα. Αν, παρόλα αυτά επιμείνουν οι γονείς, μπορεί να βρεθεί λύση. Θα πρέπει, πάντως, να γνωρίζουν ότι υπάρχουν πάνω από 50% πιθανότητες να απορριφθεί το αίμα ως ακατάλληλο. Φυσικά, εμείς ειδοποιούμε τους γονείς σχετικά. Πάνω απ’ όλα πρέπει να καταλάβουν οι γονείς ότι μόνο οι δημόσιες τράπεζες που συμμετέχουν στο netcord μπορούν να βοηθήσουν το παιδί τους αν χρειαστεί. Επομένως, η φύλαξη αίματος σε ιδιωτικές τράπεζες χωρίς ιστοσυμβατότητα και, φυσικά, εκτός netcord, ουσιαστικά μειώνει τις πιθανότητες ή, έστω, αυξάνει σημαντικά τη δυσκολία να βρεθεί το κατάλληλο μόσχευμα ή τα κατάλληλα μοσχεύματα, αφού συχνά χρειάζονται παραπάνω από ένα. Δηλαδή, οι γονείς πληρώνουν χωρίς λόγο και εφησυχάζουν αδικαιολόγητα.

Ελεγχος μόνο από δημόσιες τράπεζες (Αικατερίνη Σταυροπούλου-Γκίκα, διευθύντρια του Ανοσολογικού Τμήματος και Εθνικού Κέντρου Ιστοσυμβατότητας στο «Γ. Γεννηματάς», διευθύντρια της Τράπεζας Βλαστοκυττάρων του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών)

Τις διαδικασίες που απαιτούνται και τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην πράξη, μας εξηγεί η κ. Αικατερίνη Σταυροπούλου-Γκίκα.

«Το αίμα που συλλέγεται από τον ομφάλιο λώρο κατά τον τοκετό πρέπει να οδηγηθεί προς επεξεργασία στις τράπεζες εντός 24 ωρών. Αν αυτό δεν συμβεί, οι πιθανότητες να καταστραφεί είναι πολύ μεγάλες. Πρακτικά, ύστερα από 48 ώρες το αίμα απορρίπτεται. Ποιος διασφαλίζει ότι η συλλογή και η μεταφορά ακολουθούν τις διεθνείς προδιαγραφές; Ποιος διασφαλίζει ότι όλα τα εμπλεκόμενα άτομα είναι ειδικώς πιστοποιημένα, όπως διεθνώς απαιτείται; Δυστυχώς κανείς.

Ας υποθέσουμε, όμως, ότι όλα έγιναν σωστά και το αίμα έφτασε στην τράπεζα όπως πρέπει. Εκεί ελέγχεται ως προς την ποσότητα αλλά, κυρίως, ως προς τον απόλυτο αριθμό τών λευκοκυττάρων που περιέχει. Αν ο αριθμός αυτός είναι ανεπαρκής, το αίμα απορρίπτεται ως ακατάλληλο. Στην περίπτωση που θα κριθεί κατάλληλο, ακολουθεί επεξεργασία με σκοπό τη μείωση του τελικού όγκου στα 20ml, προκειμένου να καταψυχθεί, διατηρώντας όλα τα αρχέγονα κύτταρα. Παράλληλα, δείγμα από το τελικό αυτό στάδιο κρατείται για μικροβιολογικό έλεγχο και ιστοσυμβατότητα – αλλά μόνο από τις δημόσιες τράπεζες!

Οι γονείς-πελάτες των ιδιωτικών τραπεζών πιστεύουν ότι δίνοντας αίμα έχουν εξασφαλίσει ότι αυτό υπάρχει και διατηρείται για το παιδί τους, αν το χρειαστεί. Στην πραγματικότητα, όμως, σε ποσοστό 50-70% των περιπτώσεων, το αίμα απορρίπτεται ως ακατάλληλο. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μια συγκεκριμένη ημέρα, στο Ιδρυμά μας, απορρίφθηκαν 5 στις 5 συλλογές αίματος (απόρριψη 100%), ενώ 20 στις 25 απορρίφθηκαν σε αντίστοιχη τράπεζα της Βαρκελώνης (απόρριψη 80%). Στατιστικά, 5 έως 7 στους 10 γονείς πληρώνουν για κάτι που δεν υπάρχει!

Εξάλλου, η ποσότητα που τελικώς φυλάσσεται, δηλαδή τα 20ml, επαρκούν, αν χρειαστούν, με βάση το σωματικό βάρος, για παιδιά ηλικίας μέχρι 7-8 ετών. Από μια δημόσια τράπεζα είναι δυνατόν να συνδυαστούν περισσότερα του ενός ιστοσυμβατά μοσχεύματα για τον ίδιο ασθενή. Με τη λογική, όμως, ότι ο καθένας πληρώνει και συντηρεί τα δικά του σε ιδιωτική τράπεζα, αυτό είναι, προφανώς, αδύνατον μια και δεν προσδιορίζεται η ιστοσυμβατότητα».

Βλαστικά KYTTAPA νεογνών
H βιομηχανία της ΕΛΠΙΔΑΣ

Τον τελευταίο καιρό η οικογένεια του «Βήματος» μεγαλώνει συνεχώς, καθώς πληθώρα συναδέλφων απέκτησε μόλις παιδί ή σύντομα αναμένει το ευτυχές γεγονός. Και εμείς, ως τμήμα που ασχολείται με τα επιστημονικά θέματα, γίναμε κατ’ εξακολούθησιν κοινωνοί ενός διλήμματος που φαίνεται να προβληματίζει όλο και περισσότερους μέλλοντες γονείς: «Εχει άραγε νόημα, από επιστημονικής απόψεως, να προβεί κανείς στη φύλαξη των κυττάρων του ομφαλοπλακουντιακού αίματος του μωρού που πρόκειται να γεννηθεί ή όχι;».

Το ερώτημα αν πρέπει κανείς να προβεί στη φύλαξη των ομφαλοπλακουντιακών κυττάρων συμπυκνώνει μια σειρά άλλων, όπως για παράδειγμα «τι ακριβώς είναι αυτά τα κύτταρα και πού χρησιμοποιούνται;», «πόσες περιπτώσεις χρησιμοποίησής τους έχουν αναφερθεί στη βιβλιογραφία;», «πόσο εξασφαλισμένος είναι κανείς ότι θα μπορέσει να τα χρησιμοποιήσει σε 50 χρόνια από σήμερα;» κτλ. Με αφορμή τα παραπάνω ερωτήματα των συναδέλφων αρχίσαμε να ανατρέχουμε στη σχετική βιβλιογραφία και να μιλάμε με ειδικούς επιστήμονες. Και δεν θα είχαμε ποτέ μπει στον κόπο να γράψουμε το συγκεκριμένο άρθρο αν στην πορεία της αναζήτησής μας δεν είχαμε διαπιστώσει το μέγεθος της σύγχυσης που επικρατεί γύρω από τα κύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος.

Θα θέλαμε δε να τονίσουμε ότι στόχος του σημερινού άρθρου δεν είναι σε καμία περίπτωση να υποδείξει στους γονείς την απόφαση που πρέπει να πάρουν (πράγμα που εξάλλου αποφύγαμε να κάνουμε και στην περίπτωση των συναδέλφων μας). Θεωρούμε όμως καθήκον μας να αποσαφηνίσουμε για τους αναγνώστες του «Βήματος» ορισμένα ζητήματα τα οποία παραμένουν κάπως σκοτεινά, όπως δείχνουν οι ερωτήσεις που δεχθήκαμε αλλά και όπως κατέδειξε πρόσφατη καταχρηστική και εντελώς λανθασμένη ένταξη της χρήσης των βλαστικών κυττάρων στο σενάριο καθημερινής τηλεοπτικής σειράς.

Στο επεισόδιο της Τρίτης 14.2.2006 της δημοφιλούς (απ’ ό,τι φαίνεται από τις σχετικές μετρήσεις) τηλεοπτικής σειράς «Βέρα στο δεξί», το μόλις λίγων ημερών παιδί δύο εκ των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων (του Στράτου και της Ρεγγίνας) βρίσκεται στην εντατική γνωστού μαιευτηρίου των Αθηνών με βαριά πνευμονία η οποία οφείλεται σε ανθεκτικό στα αντιβιοτικά μικροοργανισμό. H αγωνία είναι στο αποκορύφωμά της και ο Στράτος, μη αντέχοντας το κλίμα, βγαίνει μια βόλτα στη θάλασσα. H κόπωση τον οδηγεί σε έναν ταραγμένο ύπνο, κατά τη διάρκεια του οποίου, εκτός από τη νεκρή μητέρα του (η οποία τον διαβεβαιώνει ότι το παιδί του θα ζήσει), στο όνειρό του «ξαναζεί» και τη στιγμή που η νοσοκόμα τον συγχαίρει για την απόφασή του να συλλεγούν κατά τη διάρκεια του τοκετού τα βλαστικά κύτταρα από το ομφαλοπλακουντιακό αίμα του παιδιού. Καθώς η πλοκή συνεχίζεται, βλέπουμε τη νοσοκόμα να κλείνει το βαρύ καπάκι του δοχείου όπου φυλάσσονται αυτά τα κύτταρα την ώρα που εξέρχονται οι χαρακτηριστικοί καπνοί του υγρού αζώτου που χρησιμοποιείται για την κατάψυξη βιολογικών ιστών. Λίγο αργότερα στο ίδιο επεισόδιο, η γιατρός ενημερώνει τους γονείς ότι τα πράγματα είναι στάσιμα και ο Στράτος ρωτά αν μπορούν τα βλαστικά κύτταρα να βοηθήσουν. Το πρόσωπο της γιατρού φωτίζεται: «Είχατε ζητήσει να γίνει αυτή η διαδικασία;» αναφωνεί και γυρνώντας στον γιατρό που έχει έλθει επί τούτου από την Αμερική κάτι του λέει.

Στο επεισόδιο της Τετάρτης 15.2.2006 οι ήρωες ύστερα από βασανιστική αναμονή πληροφορούνται ότι το παιδί θα ζήσει. Το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν αυτό να αποδοθεί στο πειραματικό αντιβιοτικό νέας γενιάς που, όπως έχουμε πληροφορηθεί από το προηγούμενο επεισόδιο, έχει φέρει ο κληθείς από την Αμερική γιατρός. Αντ’ αυτού, παρακολουθούμε εμβρόντητοι τη γιατρό να ανακοινώνει ότι η σωτηρία του βρέφους οφείλεται στην προνοητικότητα των γονέων του να φυλάξουν τα βλαστοκύτταρά του! H σεναριακή αφέλεια (;), η οποία παρ’ όλα αυτά «περνάει» στους γονείς το μήνυμα να φυλάξουν τα βλαστικά κύτταρα των παιδιών τους, δεν αποτελεί αντικείμενο των σκοπών αυτής της στήλης. Θεωρούμε όμως καθήκον μας να διευκρινίσουμε για τους αναγνώστες του «Βήματος» ότι ποτέ κανένα λοιμώδες νόσημα δεν θεραπεύτηκε με βλαστοκύτταρα οποιουδήποτε είδους, και ποτέ κανένας επιστήμονας δεν υπαινίχθηκε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον!

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τα τελευταία χρόνια τα βλαστικά κύτταρα αποτελούν την «αιχμή του δόρατος» της έρευνας – και όχι άδικα. Πρόκειται για πολυδύναμα κύτταρα στα οποία οι επιστήμονες έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους για τη θεραπεία ανιάτων μέχρι στιγμής ασθενειών, μεταξύ των οποίων οι νόσοι του Αλτσχάιμερ και του Πάρκινσον καθώς και ο διαβήτης.

Ο όρος «βλαστικά» περιγράφει το γεγονός ότι τα κύτταρα αυτά λειτουργούν ως παρακαταθήκη από την οποία δημιουργούνται (βλαστάνουν) άλλα κύτταρα. Σε γενικές γραμμές η διαδικασία έχει ως εξής: η διαίρεση ενός βλαστικού κυττάρου δίνει γένεση σε δύο νέα, που όμως δεν είναι ισότιμα. Ενα από αυτά παραμένει βλαστικό και έτσι εξασφαλίζεται η συνεχής ύπαρξη της παρακαταθήκης βλαστικών κυττάρων, ενώ το άλλο διαφοροποιείται προς την κατεύθυνση ενός πιο εξειδικευμένου κυττάρου. Στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχουν πολλών ειδών βλαστικά κύτταρα προκειμένου να επιτυγχάνεται η ανανέωση των ιστών. Ετσι, τα βλαστικά κύτταρα του δέρματος εξασφαλίζουν ότι για κάθε δερματικό κύτταρο που γηράσκει και αποπίπτει θα υπάρχει ένα νέο που θα το αντικαθιστά. Στον μυελό των οστών τα βλαστικά κύτταρα που έχουν απομονωθεί και χαρακτηρισθεί είναι τα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα και τα μεσεγχυματικά κύτταρα ή κύτταρα του στρώματος. Από τα πρώτα προκύπτουν όλοι οι κυτταρικοί τύποι του αίματος (ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια, αιμοπετάλια), από τα δεύτερα σχηματίζονται τα οστά, ο χόνδρος και ο λιπώδης ιστός. Αν αυτά τα κύτταρα ή άλλα, που ακόμη δεν έχουν προσδιορισθεί, έχουν την ιδιότητα να παράγουν – υπό ειδικές συνθήκες – και κύτταρα άλλων ιστών είναι υπό διερεύνηση.

Εκτός από τα παραπάνω βλαστικά κύτταρα που κατηγοριοποιούνται ως «ενήλικα βλαστικά κύτταρα», υπάρχουν τα εμβρυϊκά βλαστικά κύτταρα και τα βλαστικά κύτταρα ομφαλοπλακουντιακού αίματος. Τα πρώτα εντοπίζονται πολύ νωρίς κατά τη διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης και από αυτά προκύπτουν όλοι οι ιστοί του εμβρύου. Τα δεύτερα είναι αυτά που κυκλοφορούν στο αίμα του ομφαλίου λώρου και τα οποία διαθέτουν τουλάχιστον τις ιδιότητες των αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων του μυελού των οστών (μπορούν δηλαδή να δώσουν κύτταρα του αίματος).

Εν αντιθέσει με τα εμβρυϊκά και τα ενήλικα βλαστικά κύτταρα τα οποία είναι δύσκολο να απομονωθούν (για την απομόνωση των πρώτων απαιτείται η θανάτωση του εμβρύου, ενώ για τα δεύτερα απαιτούνται επεμβατικές διαδικασίες όπως η λήψη τμήματος μυελού των οστών), τα βλαστικά κύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος απομονώνονται πολύ ευκολότερα και χωρίς καμία επεμβατική διαδικασία, καθώς εντοπίζονται στο αίμα που παραμένει στον πλακούντα μετά την αποκοπή του ομφάλιου λώρου. Με άλλα λόγια, απομονώνονται από το υλικό που, υπό κανονικές συνθήκες, πετιέται μετά τη γέννηση ενός μωρού.

Το γεγονός ότι τα βλαστικά κύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος διέθεταν τις ίδιες ιδιότητες με τα αντίστοιχα του μυελού των οστών, με το επιπρόσθετο πλεονέκτημα της εύκολης απομόνωσης, οδήγησε τον Hal Broxmayer να προτείνει την αντικατάσταση των πρώτων με τα δεύτερα σε μεταμοσχεύσεις. Πράγματι, η πρώτη μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων ομφαλοπλακουντιακού αίματος από συγγενή δότη πραγματοποιήθηκε το 1989 για τη θεραπεία μιας αναιμίας από την Ε. Gluckman και τους συνεργάτες της, ενώ το 1993 πραγματοποιήθηκε η πρώτη τέτοια μεταμόσχευση από μη συγγενή αλλά συμβατό δότη.

Οι επιτυχείς αρχικές μεταμοσχεύσεις οδήγησαν στη δημιουργία της πρώτης τράπεζας ομφαλοπλακουντιακού αίματος στο εργαστήριο του Broxmayer στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ινδιάνα στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Από τότε ως σήμερα μια πληθώρα ιδιωτικών και μη τραπεζών έχουν κάνει την εμφάνισή τους ανά τον κόσμο (και φυσικά και στη χώρα μας), θέτοντας στους υποψήφιους γονείς το δίλημμα αν θα πρέπει να φυλάξουν ή όχι τα βλαστικά κύτταρα από το ομφαλοπλακουντιακό αίμα των μωρών τους και σε τι είδους τράπεζα, κρατική ή ιδιωτική.

Βασικά ζητήματα που τίθενται σε ό,τι αφορά την επιλογή κρατικής ή ιδιωτικής τράπεζας είναι το κόστος και η προσβασιμότητα του μοσχεύματος: στην κρατική τράπεζα τα βλαστικά κύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος δωρίζονται προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στο μέλλον από όποιον τα έχει ανάγκη (συμβατό δέκτη) και η διαδικασία δεν έχει κανένα χρηματικό κόστος για τον δωρητή. Στις ιδιωτικές τράπεζες τα κύτταρα φυλάσσονται για μελλοντική χρήση μόνο από τον δότη, το μόσχευμα είναι προσβάσιμο ταχύτερα και φυσικά η διαδικασία έχει ένα κόστος (χονδρικά της τάξεως των 2.000 ευρώ, αλλά ποικίλλει από εταιρεία σε εταιρεία).

Αν δει κανείς το ομφαλοπλακουντιακό αίμα σαν έναν βιολογικό ιστό που μπορεί κάποτε να σώσει μια ζωή (τη δική μας ή άλλου ατόμου), δεν χωρεί αμφιβολία ότι θα αποφασίσει υπέρ της φύλαξής του. Υπό ποίες προϋποθέσεις όμως πρέπει να γίνεται αυτή η φύλαξη και τι μπορούμε να περιμένουμε από τα βλαστικά κύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος; Στο παραπάνω διττό ερώτημα κρύβεται όλο το «ζουμί» της υπόθεσης!

Σχετικά με το τι ρεαλιστικά μπορούμε να περιμένουμε από τα κύτταρα αυτά, συζητήσαμε με την κυρία Βάσω Επισκόπου, διευθύντρια του Εργαστηρίου Νευρογένεσης στο Clinical Science Center του Medical Research Council (MRC) του Λονδίνου, η οποία έχει εργαστεί ερευνητικά με τα βλαστικά κύτταρα και έχει παρακολουθήσει από κοντά την εξέλιξη στο πεδίο. H δρ Επισκόπου εκτιμά ότι «εκτός από τις τεκμηριωμένες στη βιβλιογραφία μεταμοσχεύσεις βλαστικών κυττάρων ομφαλοπλακουντιακού αίματος για την αντιμετώπιση ορισμένων αναιμιών και λευχαιμιών, δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή καμία άλλη αποδεκτή εφαρμογή τους. Φοβούμαι δε ότι όλη αυτή η προσδοκία, που έχει εντέχνως καλλιεργηθεί τόσο για τα συγκεκριμένα κύτταρα όσο και για τα βλαστικά κύτταρα παντός είδους, ενέχει τον κίνδυνο να γίνει μπούμερανγκ για την επιστημονική κοινότητα. Καλλιεργούμε προσδοκίες για κυτταρικές θεραπείες, ενώ δεν γνωρίζουμε καλά καλά το βασικό υλικό μας, τα βλαστικά κύτταρα. Κάποια στιγμή είναι μοιραίο να οδηγηθούμε σε ακρότητες, όπως αυτές που είδαμε στη Νότια Κορέα όπου κατασκευάστηκαν δεδομένα, και φυσικά να πάψουμε να γινόμαστε πιστευτοί από την κοινή γνώμη».

Τους φόβους της δρος Επισκόπου συμμερίζεται και ένας από τους πρωτεργάτες της έρευνας των βλαστικών κυττάρων, ο λόρδος Γουίνστον, ο οποίος κατά τη διάρκεια του συνεδρίου της Βρετανικής Ενωσης για την Προώθηση της Επιστήμης (British Association for the Advancement of Science) σημείωνε ότι «οι ελπίδες για θεραπείες έχουν διαστρεβλωθεί από την αλαζονεία και την ταχύτητα. Γίνομαι όλο και πιο καχύποπτος μπροστά σε αυτήν την αισιοδοξία που περιβάλλει τα βλαστικά κύτταρα».

Ακόμη και αν οι φόβοι των απαισιόδοξων επιστημόνων δεν επιβεβαιωθούν, είναι βέβαιον ότι οι όποιες θεραπείες προκύψουν δεν θα είναι άμεσες. Οσο για το τι είναι τώρα εφικτό, παραθέτουμε το παρακάτω απόσπασμα από εισήγηση ειδικής επιτροπής που κλήθηκε να συμβουλεύσει την ολλανδική κυβέρνηση σχετικά με τη δημιουργία τραπεζών βλαστικών κυττάρων ομφαλοπλακουντιακού αίματος: «Προς το παρόν τα βλαστικά κύτταρα ομφαλοπλακουντιακού αίματος κάποιουχρησιμοποιούνται μόνο σε μια σειρά σπάνιων ασθενειών. H στατιστική πιθανότητα να πάθει κανείς αυτές τις ασθένειες είναι μικρή και ως εκ τούτου μικρή είναι και η πιθανότητα να χρειαστεί κανείς τα δικά του βλαστικά κύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος».

Σήμερα λοιπόν η πιθανότητα να χρειαστεί ένα παιδί τα βλαστικά κύτταρά του είναι μικρότερη από μία στις 20.000 (τόση είναι η συχνότητα των παιδικών λευχαιμιών). Αλλά δεν μπορούν πάντα να χρησιμοποιηθούν τα κύτταρα του ιδίου του ασθενούς! Οπως εξήγησε μιλώντας προς «Το Βήμα» ο διευθυντής της Αιματολογικής Κλινικής – Μονάδας Μεταμόσχευσης Μυελού Οστών του Νοσοκομείου Γ. Παπανικολάου της Θεσσαλονίκης, Αχιλλέας Αναγνωστόπουλος, και πρόεδρος του Τμήματος Μεταμοσχεύσεων της Ελληνικής Αιματολογικής Εταιρείας, «υπάρχουν περιπτώσεις όπου το μόσχευμα του ιδίου του ασθενούς δεν είναι κατάλληλο για μεταμόσχευση επειδή είτε πάσχει και το ίδιο (σε κληρονομικές παθήσεις) είτε πάσχει δυνητικά (σε περιπτώσεις εμφάνισης της λευχαιμίας τα πρώτα έτη της ζωής). Επιπλέον, σε περιπτώσεις λευχαιμιών το αυτόλογο μόσχευμα (από τον ίδιο τον ασθενή) υστερεί του αλλογενούς (από άλλον άνθρωπο) επειδή στερείται αντιλευχαιμικής δράσης. Σε αυτή την περίπτωση η ύπαρξη μιας κρατικής τράπεζας όπου όλοι θα έχουν πρόσβαση θα έλυνε το πρόβλημα. Και όσο περισσότερα δείγματα ομφαλοπλακουντιακού αίματος διέθετε μια τέτοια τράπεζα, τόσο περισσότερες πιθανότητες θα είχε ο οποιοσδήποτε να βρει συμβατό μόσχευμα, είτε επρόκειτο για παιδί είτε για ενηλίκους.Φτάνει να σας πω ότι ως τώρα έχουν ανά τον κόσμο πραγματοποιηθεί 6.000 μεταμοσχεύσεις από μη συγγενή δότη και τα μοσχεύματα αυτά ελήφθησαν από κρατικές τράπεζες. Οι πιθανότητες να βρεθεί συμβατός δότης είναι μία προς 30.000.Επομένως, αν είχαμε αποθηκευμένα ομφαλοπλακουντιακά μοσχεύματα περισσότερα από 30.000, θεωρητικά θα έβρισκαν δότη όλα τα παιδιά και οι ενήλικοι μικρού σωματικού βάρουςόταν θα είχαν ανάγκη. Το βάρος παίζει καθοριστικό ρόλο στη δυνατότητα και στον χρόνο εμφύτευσης του μοσχεύματος. Οι γεννήσεις ανά έτος στην Ελλάδα είναι πολύ περισσότερες από τον αριθμό αυτόν. Κανένα παιδί δεν θα έμενε χωρίς δότη. Εδώ αναδεικνύεται ο ρόλος του κράτους και δη των υπηρεσιών Υγείας».

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην εισήγηση της ειδικής επιτροπής προς την ολλανδική κυβέρνηση κρίνεται θετικά η ύπαρξη ιδιωτικών τραπεζών ομφαλοπλακουντιακού αίματος, αλλά συνιστάται επίσης να εξεταστεί η πιθανότητα υποχρεωτικής χορήγησης ενός μέρος του κάθε δείγματος σε μια κρατική τράπεζα. Εκεί το δείγμα θα καλλιεργείται έτσι ώστε να υπάρξει ικανοποιητικός αριθμός βλαστικών κυττάρων προτού καταψυχθεί και φυλαχθεί για χρήση από οποιονδήποτε το έχει ανάγκη. Σε αντίστοιχο μέτρο προσανατολίζεται και η Ισπανία.

Ανεξάρτητα όμως από το είδος της τράπεζας στην οποία θα μπορούσε κανείς να φυλάξει το ομφαλοπλακουντιακό αίμα του παιδιού του, στη χώρα μας υπάρχει ένα πρόβλημα που αν δεν λυθεί, θα θέσει υπό αμφισβήτηση οποιαδήποτε πρωτοβουλία, ιδιωτική η κρατική. Οπως εξηγεί ο κ. Αναγνωστόπουλος: «Στην Ελλάδα όλα γίνονται προς το παρόν χωρίς ύπαρξη νομοθετικού πλαισίου, πράγμα το οποίο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο. Οι διαδικασίες συλλογής, μέτρησης, εξέτασης και κατάψυξης των κυττάρων πρέπει να διενεργούνται με βάση διεθνώς αποδεκτά πρωτόκολλα. Αντιλαμβάνεστε ότι πρόκειται για μοσχεύματα που θα χορηγηθούν σε εξαιρετικά ευαίσθητους ασθενείς, για τους οποίους ένα αμφιβόλου ποιότητος μόσχευμα μπορεί να ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη. Πρακτικώς οι ασθενείς που πρέπει να υποβληθούν σε μεταμόσχευση δέχονται αρχικώς μία ισχυρότατη δόση χημειοθεραπείας / ή και ακτινοβολίας,κατατρεπτική του μυελού των οστών τους, ο οποίος στη συνέχεια αντικαθίσταται από το μόσχευμα. Καθώς στη χώρα μας κανείς δεν έχει φροντίσει να εξασφαλίσει νομοθετικά ότι τα υπάρχοντα μοσχεύματα πληρούν τις διεθνώς ισχύουσες προϋποθέσεις, εμείς ως γιατροί δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε. Δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να θέσουμε τους ασθενείς μας σε θανάσιμο κίνδυνο. Θα ήθελα να είμαι ξεκάθαρος ως προς αυτό: δεν ισχυριζόμαστε ότι κάποια από τις ιδιωτικές ή η κρατική τράπεζα που υπάρχει στη χώρα μας δεν λειτουργεί με τις διεθνείς προδιαγραφές. Λέμε όμως ότι, καθώς κανείς δεν έχει υποχρεώσει όσους δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα να ακολουθούν τους σωστούς κανόνες, εμείς δεν μπορούμε να επιλέξουμε ποιο μόσχευμα είναι κατάλληλο. Πρέπει δε να σας πω ότι όλα αυτά τα έχουμε θέσει υπόψη του προηγούμενου υπουργού Υγείας και του Εθνικού Οργανισμού Μεταμοσχεύσεων χωρίς ποτέ να λάβουμε απάντηση».

Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι τα βλαστικά κύτταρα του ομφαλοπλακουντιακού αίματος είναι ένα πολύτιμο βιολογικό υλικό το οποίο, αν συλλεγεί, καθαριστεί, εξεταστεί για ύπαρξη μολυσματικών παραγόντων (π.χ. ιός ηπατίτιδας) και φυλαχθεί σωστά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα για τη θεραπεία ορισμένων λευχαιμιών. Ακόμη υπάρχει πιθανότητα στο μέλλον να χρησιμοποιηθεί και για τη θεραπεία άλλων ασθενειών, χωρίς ωστόσο να μπορεί κανείς να προσδιορίσει το πότε και χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα οι ίδιες ασθένειες να μπορούν στο μέλλον να θεραπεύονται και με άλλους τρόπους (πράγμα που θα καθιστούσε τα συγκεκριμένα κύτταρα μη απαραίτητα).

Οπως σημειώσαμε και στην αρχή, στόχος μας δεν ήταν να υποκαταστήσουμε τους γονείς που καλούνται να πάρουν αποφάσεις. Ελπίζουμε όμως με το άρθρο μας να βοηθήσαμε ώστε οι όποιες αποφάσεις να είναι συνειδητοποιημένες…

ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Κανένα λοιμώδες νόσημα δεν θεραπεύθηκε ποτέ με τη βοήθεια βλαστικών κυττάρων οποιουδήποτε τύπου και κανείς επιστήμονας ποτέ δεν υπαινίχθηκε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό στο εγγύς ή στο απώτερο μέλλον!
Τα κληρονομικά νοσήματα δεν μπορούν να θεραπευτούν με βλαστικά κύτταρα του ίδιου του ασθενούς, καθώς και αυτά φέρουν τη γενετική βλάβη που οδήγησε στη νόσο.
Προς το παρόν η μόνη επιτυχής και σχετικώς ευρεία χρήση βλαστικών κυττάρων του ομφαλοπλακουντιακού αίματος είναι σε ορισμένες περιπτώσεις λευχαιμιών. Υπολογίζεται ότι ως σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί 6.000 μεταμοσχεύσεις τέτοιων κυττάρων από μη συγγενή αλλά συμβατό δότη.
Υπάρχει πιθανότητα στο μέλλον να επεκταθούν οι εφαρμογές των κυττάρων αυτών και σε άλλες ασθένειες, αλλά κανείς δεν μπορεί να προσδιορίσει τον χρονικό ορίζοντα στον οποίο κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό.
H χώρα μας στερείται νομοθετικού πλαισίου ρύθμισης της λειτουργίας των τραπεζών βλαστικών κυττάρων ομφαλοπλακουντιακού αίματος, πράγμα που σημαίνει ότι δεν διασφαλίζεται η τήρηση των διεθνώς αποδεκτών κανόνων λειτουργίας τους.

Πηγή: ‘ΒΗΜΑ SCIENCE’ 12/03/2006